Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Τα αθλήματα και τα ποιήματα



​​Μέρες που είναι, ολυμπιακές, με το Ρίο να προσπαθεί να ανταποκριθεί σε ένα εγχείρημα που το ξεπερνάει και απειλεί να το τσακίσει –όπως τσάκισαν δα και την Αθήνα, την Ελλάδα όλη, οι Ολυμπιακοί του 2004–, δεν περιττεύει να ξαναθυμηθούμε πτυχές του αρχαίου ποιητικού σχολιασμού για τον αθλητικό κόσμο. Να θυμηθούμε δηλαδή ότι με τους Αγώνες και τους αθλητές δεν ασχολήθηκε μόνο ο Πίνδαρος. Ασχολήθηκε, περιστασιακά έστω, εξαιτίας πάντως της γενικότερης αντίληψής του για τα ανθρώπινα, και ο Ευριπίδης. Και με πνεύμα εντελώς διαφορετικό από το δοξαστικό του Θηβαίου ποιητή.
Ο Αθηναίος τραγικός ελέγχει, ψέγει, επικρίνει έναν κόσμο πλασμένο από την υπερβολή. Παραλαμβάνει έτσι τη σκυτάλη του αντιρρητικού λόγου και του έμμετρου ψόγου από έναν φιλόσοφο τις ιδέες του οποίου εκτιμούσε ιδιαίτερα· τον ριζοσπαστικά ορθολογιστή Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο. Ενας από τους πρώτους στοχαστές με μονοθεϊστική αντίληψη ο προσωκρατικός διανοητής, πρέσβευε πως είναι άδικο «να προκρίνεται η ρώμη και όχι η ενάρετη γνώση» και να σιτίζονται με έξοδα του Δημοσίου όσοι νικούν στο παγκράτιο ή τις αρματοδρομίες.
Η άποψη του Ευριπίδη, συνοψισμένη στον προκλητικό αφορισμό «κακών γαρ όντων μυρίων καθ’ Ελλάδα / ουδέν κάκιόν εστιν αθλητών γένους», αναπτύχθηκε σε μια χαμένη τραγωδία του. Ο τίτλος της, «Αυτόλυκος», είναι το όνομα του πονηρού παππού του παμπόνηρου Οδυσσέα (πατέρας του οποίου, χάρη σε μια νυχτερινή πλεκτάνη του Αυτόλυκου, δεν ήταν ο αγαθός Λαέρτης αλλά ο επίσης παμπόνηρος Σίσυφος). Το σωζόμενο απόσπασμα το είχα μεταφράσει για να το εκθέσω εδώ και δώδεκα χρόνια πριν, με την «ευκαιρία» των δικών μας Ολυμπιακών· ευκαιρία κατασπατάλησης τελικά και όχι νοικοκυρέματος, όπως διατεινόταν τότε ο δημοκοπικός μύθος, τα πανάκριβα λείψανα του οποίου τα βλέπουμε ακόμα, με τη μορφή αχρηστεμένων εγκαταστάσεων, που υψώθηκαν όχι επειδή ήταν αναγκαίες ή χρήσιμες και μεταολυμπιακά, αλλά επειδή ο όγκος τους θα μπορούσε να αποκρύψει τα παίγνια με τις απευθείας αναθέσεις «λόγω του κατεπείγοντος», τις υπερτιμολογήσεις κτλ. Ευριπίδης λοιπόν, εις ανάμνηση, ή μάλλον προς υπόμνηση:
«Μύρια κακά υπάρχουν στην Ελλάδα / κι απ’ όλα τους χειρότερο των αθλητών το γένος. / Και πρώτα πρώτα, να ζήσουν άξια δεν μαθαίνουν / ούτε και θα μπορούσαν· πώς τάχα ο δούλος της μασέλας του / ή της κοιλιάς του ο ηττημένος / τον πλούτο του πατέρα του θα ξεπεράσει; / Ανίκανοι τη φτώχεια να υπομείνουν, / ανίκανοι την τύχη τους να κυβερνήσουν. / Στα δύσκολα, δύσκολα αντεπεξέρχονται, / γιατί σε τίποτε καλό δεν έχουν συνηθίσει. / Λαμπροί στα νιάτα τους, περνοδιαβαίνουν / σαν καυχήματα της πόλης. / Κι όταν πικρά γεράματα τους πλήξουν, / παλιόρουχα τριμμένα καταντούν. / Μέμφομαι τη συνήθεια των Ελλήνων / να συγκεντρώνονται να βλέπουν αθλητές / και να τιμούν αχρείες απολαύσεις για ένα κοψίδι. / Ποιος τάχα παλαιστής καλός, ποιος γοργοπόδαρος, / ποιος δισκοβόλος, ποιος που βαράει γερά ξένα σαγόνια, / την πόλη των πατέρων του υπεράσπισε ένα στεφάνι παίρνοντας; / Πώς πολεμούν, πώς διώχνουν τους εχθρούς του τόπου τους / οι άνθρωποι; Δίσκους στο χέρι τους κρατώντας / ή με τις ασπίδες τους χτυπώντας τον εχθρό; /
Κανείς μωρός ώστε με τέτοια όπλα στο σίδερο να αντιστέκεται. / Τους άντρες τούς σοφούς πρέπει λοιπόν να στεφανώνουμε και τους ενάρετους, / όποιον την πόλη οδηγεί φρόνιμος όντας, δίκαιος, / όποιον με τα λεγόμενά του μας λυτρώνει απ’ τα κακά, / από τις μάχες και τις έριδες. Αυτό είναι το καλό / για τούτη δω την πόλη, για τους Ελληνες όλους».
Εκτός από τον Πίνδαρο και τον Ευριπίδη με τα αγωνιστικά και αθλητικά καταπιάστηκαν σε κατοπινούς αιώνες, όταν η πρώτη εποχή, εξιδανικευμένη ή μη, είχε ξεμακρύνει, και ποιητές πολύ κατώτεροί τους. Οχι στην Αθήνα πια ή τη Θήβα, αλλά στα νέα κέντρα του ελληνιστικού κόσμου. Το δικό πνεύμα τους φαίνεται να παρακολουθεί το ευριπίδειο παράδειγμα (κατά τα κότσια του καθενός βεβαίως), όχι το πινδάρειο. Δεν αποσκοπούν λοιπόν στην εξύμνηση ευγενών αισθημάτων και συμπεριφορών, αλλά στον χλευασμό, ακόμα και τον αγοραίο και χοντροκομμένο. Η σκέψη τους δεν είναι «το καλό της πόλης, και των Ελλήνων όλων», αλλά το άγριο σκώμμα, ακόμα και σαν αυτοσκοπός. Οι αθλητές άλλωστε, και μάλιστα οι κραυγαλέα αποτυχημένοι, αποτελούν έναν μόνο από τους αγαπημένους στόχους των σκωπτικών επιγραμματοποιών, δίπλα στους γιατρούς, τους ηθοποιούς, τους φιλοσοφούντες, τους ποετάστρους.
Με αθλητικά ναυάγια ασχολήθηκε ιδιαίτερα ο Λουκίλλιος, ποιητής του 1ου αιώνα μ.Χ., που έζησε στη Ρώμη. Σαν ευνοούμενος του Νέρωνα, θα γνώριζε βέβαια τα τρισάθλια άθλα που είχε αποσπάσει ο αυτοκράτορας το 66 και το 67 μ.Χ., στην περιοδεία του ανά την υποταγμένη Ελλάδα, στη διάρκεια της οποίας έλαβε μέρος σε αμέτρητους αγώνες αρματοδρομίας και μουσικής. Νίκησε φυσικά παντού, αφού το δικό του αναβολικό είναι το ισχυρότερο όλων: η εξουσία, στην απόλυτη μάλιστα εκδοχή της, και ο φόβος που προκαλεί σε όσους την υφίστανται. Κι όταν επέστρεψε στη Ρώμη, συναποκόμισε, σύμφωνα με τη σχετική παράδοση, 1.808 νικητήρια στεφάνια, καραβιά ολόκληρη.
Ας εκμεταλλευτούμε λοιπόν κάπως ιδιόμορφα εδώ την ποιητική άδεια κι ας υποθέσουμε ότι ο σαρκαστής Λουκίλλιος είχε τις ανάξιες νίκες του Νέρωνα σε μιαν άκρη του μυαλού του, απρόσιτη στους σπιούνους, όταν κατειρωνευόταν έναν... υπερανίκανο αθλητή, σε επίγραμμά του αποθησαυρισμένο στην Παλατινή Ανθολογία (ΙΑ΄, 84). Μεταφράζω: «Κανείς αντίπαλός μου δεν έπεφτε πιο γρήγορα από μένα, / κανείς πιο αργά δεν έτρεχε στο στάδιο. / Μακριά απ’ όλους έμενα στο δίσκο, κότσια ποτέ δεν είχα / τα πόδια να σηκώσω, άλμα της προκοπής να καταφέρω. / Κι ένας χωλός, θα με νικούσε στο ακόντιο. / Ιδού λοιπόν, πρώτος εγώ πέντε υστερεία κέρδισα στο πένταθλο».
Ενα ακόμα δείγμα χλεύης, και πάλι από τον Λουκίλλιο (ΙΑ΄, 85): «Μεσάνυχτα κι ακόμα ο Mάρκος στον οπλίτη δρόμο έτρεχε. / Πάει ώρα που σφραγίστηκαν οι πύλες όλες τού σταδίου. / Bλέπουν οι φύλακες, θαρρούν πέτρινο άγαλμα είναι, / τάχα πως στήθηκε να τιμηθεί κάποιος οπλίτης. / Περνάει χρόνος ολόκληρος, ανοίγουνε, ιδού ο Mάρκος τρέχει / – ένα μονάχα στάδιο του έμενε το δρόμο τού σταδίου για να καλύψει». Η αναφορά στα λίθινα αγάλματα δεν μοιάζει τυχαία. Τα ίδια πάνω κάτω χρόνια ο Πλούταρχος έγραφε στην πραγματεία του «Παραγγέλματα υγιεινής» ότι «τοις εν γυμνασίω κίοσιν ομοίως λιπαρούς πεποιήκασι και λιθίνους», και όχι ορειχάλκινους, για να αντιγράφουν την αθλητική νοημοσύνη, που την υπολόγιζαν χαμηλή. (Παντελής Μπουκάλας, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

Δύσκολη η αποχή από το Διαδίκτυο



Η κλίμακα της παθιασμένης ενασχόλησης των Βρετανών με το Διαδίκτυο αποκαλύπτεται μέσα από τις σελίδες μιας νέας μελέτης, η οποία υποδεικνύει ότι ο διαρκώς αυξανόμενος χρόνος που περνάμε μπροστά από τις ηλεκτρονικές μας συσκευές οδηγεί σε περιορισμό των ωρών ύπνου, στην εγκατάλειψη του νοικοκυριού, αλλά και σε μείωση του χρόνου που περνάμε με φίλους και συγγενείς.

Για πρώτη φορά, η ετήσια έκθεση αγοράς επικοινωνιών που συντάσσεται από τον ρυθμιστικό φορέα των ΜΜΕ και τηλεπικοινωνιών, την Ofcom, εντρύφησε σε θέματα όπως η αντιμετώπιση του γεγονότος ότι περνάμε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα συνδεδεμένοι στο Διαδίκτυο, ενώ διαπίστωσε ότι περισσότερο από το 33% των χρηστών του Ιντερνετ έχει αποπειραθεί να κάνει «ψηφιακή αποτοξίνωση».

Κατά μέσο όρο, οι ενήλικες Βρετανοί δαπανούν 25 ώρες την εβδομάδα στο Διαδίκτυο, ενώ το 2005 δεν ξεπερνούσαν τις εννέα ώρες. Τα 3/4 των χρηστών λένε ότι η συνήθειά τους αυτή είναι σημαντική για τη ζωή τους και το 59% παραδέχεται ότι είναι «εξαρτημένο» από τη συσκευή μέσω της οποίας αποκτά πρόσβαση στο Διαδίκτυο.

Ανησυχία

Για να καταλήξουν σε συμπέρασμα, οι ερευνητές μελέτησαν 2.050 ενήλικες και 500 εφήβους, διαπιστώνοντας ότι περισσότερο από το 1/3 των χρηστών δυσκολεύεται να διακόψει τη σύνδεσή του με το Διαδίκτυο. Την ίδια στιγμή, το 50% ομολογεί ότι νιώθει χαμένο όταν δεν μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στο Ιντερνετ, ποσοστό που ανεβαίνει στο 59% για την ηλικιακή ομάδα από 16 έως 24 ετών. Πολλοί, πάντως, διατυπώνουν ανησυχία για την εξάρτησή τους. Τέσσερις στους δέκα πιστεύουν ότι περνούν υπερβολικά πολύ χρόνο στο Ιντερνετ και το 41% λέει ότι δαπανά στο Διαδίκτυο περισσότερο χρόνο από αυτόν που είχε αρχικώς προγραμματίσει. Επίσης, το 48% παραδέχεται ότι, λόγω της ενασχόλησης με το Διαδίκτυο, παραμελεί τις οικιακές εργασίες, ενώ το 47 % κατηγορεί το Ιντερνετ για τον χαμένο ύπνο, όπως, εξάλλου, και για αίσθημα κόπωσης την υπόλοιπη ημέρα. Επιπλέον, ο ένας στους τρεις παραδέχεται ότι, εξαιτίας του Διαδικτύου δεν βλέπει φίλους ή συγγενείς, ενώ το 13% παραδέχεται ότι έχει καθυστερήσει να εμφανιστεί στη δουλειά του λόγω της αλόγιστης χρήσης του Διαδικτύου.

Η έρευνα, επίσης, διαπίστωσε ότι η διαρκής σύνδεση στο Διαδίκτυο επιδρά αρνητικά στους καλούς μας τρόπους. Το 25% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι κάποιος τους σκουντάει ή πέφτει πάνω τους τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, επειδή περπατούν με το βλέμμα κολλημένο το κινητό τους. Επίσης, περισσότερο από το 15% των ερωτηθέντων παραδέχθηκε ότι έστειλε γραπτό μήνυμα σε κάποιο άλλο άτομο που βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο, ενώ το 40% ένιωθε ότι κάποιος φίλος ή συγγενής το αγνόησε εξαιτίας της ενασχόλησής του με το κινητό ή την ταμπλέτα του.

Τα πράγματα είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικά για τους εφήβους, καθώς το 60% παραδέχεται ότι παραμελεί τη σχολική εργασία ή αργοπορεί στο σχολείο διότι είναι κολλημένο σε κάποια συσκευή.

Την ίδια στιγμή, οι τρεις στους δέκα χρήστες του Διαδικτύου προσπάθησαν να «αποτοξινωθούν» από αυτό με διάφορους τρόπους. Αυτοί που το προσπάθησαν αναφέρουν ότι ήταν γενικά καλή εμπειρία. Το 30% παραδέχθηκε ότι ενισχύθηκε η παραγωγικότητά του και το 25% ομολόγησε ότι μετά τη διακοπή από το Ιντερνετ χαίρεται τη ζωή περισσότερο. Κάποιοι, αντιθέτως, βρήκαν την εμπειρία ενοχλητική, το 16% δήλωσε ότι αισθανόταν ότι έχανε κάτι, ενώ το 8% ένιωσε άγχος.

Τέλος, η έρευνα διαπίστωσε ότι 25 % των Βρετανών τηλεθεατών παρακολουθούν Netflix. (
JASPER JACKSON / THE GUARDIAN,  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

Γιατί έκλεισε το Τμήμα Νεοελληνικών στη Δανία



Επειτα από σχεδόν 50 χρόνια παρουσίας στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης η διοίκηση του πανεπιστημίου αποφάσισε να κλείσει το πρόγραμμα των Νεοελληνικών Σπουδών, που αποτελούνταν από προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές. Τα τελευταία πέντε χρόνια, το πρόγραμμα εντασσόταν στο ευρύτερο πρόγραμμα «Ανατολικών και Νοτιοανατολικών Σπουδών», που σήμαινε ότι οι φοιτητές παρακολουθούσαν μαθήματα όχι μόνο για τη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας και της Κύπρου αλλά και για την ιστορία της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης με έμφαση στην ιστορία της Ρωσίας, της Πολωνίας και των κρατών της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Το βάρος των σπουδών ήταν όμως στην εκμάθηση –θεωρητική και πρακτική– της ελληνικής γλώσσας με στόχο να δίνει τη δυνατότητα ανάγνωσης ελληνικών πηγών, λογοτεχνίας και άλλων πολιτισμικών κειμένων, για βαθύτερη κατανόηση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, κοινωνικής εξέλιξης και πολιτισμού. Τα τελευταία χρόνια, οι φοιτητές ήταν λίγοι και το επίπεδό τους χαμηλό – κάτι που παρατηρούνταν και σε άλλα μικρά προγράμματα της φιλοσοφικής σχολής.

Αυτή η διαπίστωση μας αποθάρρυνε, γιατί θεωρούσαμε ότι μέσα από τον εκσυγχρονισμό του προγράμματος σπουδών η εκπαίδευση του «νεοελληνιστή» –ή του «ειδικού στα ελληνικά θέματα»– είχε γίνει πιο οργανωμένη και πιο δικαιολογημένη παρά ποτέ. Επιπλέον, οι πολιτικές και πολιτισμικές αλλαγές της τελευταίας δεκαετίας στην Ευρώπη και στην Ελλάδα καθιστούν απαραίτητο ένα εξειδικευμένο πρόγραμμα σπουδών με έμφαση στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Επίσης θεωρούσαμε ότι το πρόγραμμα ήταν μοναδικό, επειδή το διδακτικό προσωπικό αποτελούνταν από ανθρώπους που οι ίδιοι είχαν ολοκληρώσει νεοελληνικές (και όχι κλασικές) σπουδές. Επίσης η προσέγγιση της Ελλάδας γινόταν «απ’ έξω», δηλαδή από μη Ελληνες αλλά οπωσδήποτε φιλέλληνες.

Λίγοι φοιτητές

Η εκπαίδευση, πλέον ανεξάρτητη από την κλασική φιλολογία αλλά και από την εθνική φιλολογία, δίνοντας έμφαση στην ιστορία και στις σύγχρονες πολιτισμικές, καλλιτεχνικές και κοινωνιολογικές εξελίξεις στην Ελλάδα και την Κύπρο, ήταν μια σημαντική συνεισφορά στη δανική κοινωνία, η οποία χρειάζεται στέρεες γνώσεις για τις γειτονικές της χώρες στην Ευρώπη και νέους ανθρώπους με ικανότητες στη διαπολιτισμική και διαγλωσσική ερμηνεία.

Η απόφαση για το κλείσιμο έγινε με βάση το γεγονός ότι οι φοιτητές ήταν όλο και λιγότεροι σε συγκυρία με τις μεγάλες περικοπές στην εκπαίδευση από τη δανική κυβέρνηση. Αρχικά οι προθέσεις του πανεπιστημίου ήταν να συνεχιστούν οι νεοελληνικές σπουδές σε μικρότερη κλίμακα ενσωματωμένες σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτισμικών και περιφερειακών σπουδών. Με τις πολιτικές απαιτήσεις για όλο και περισσότερες περικοπές, που επέφεραν την κατάργηση της μοναδικής μόνιμης θέσης του αναπληρωτή καθηγητή στις νεοελληνικές σπουδές, αυτές οι προθέσεις ματαιώθηκαν.

Ανάγκη διαφήμισης

Ως διδάσκουσα, κατανοώ ότι ένα πρόγραμμα δεν μπορεί να συντηρηθεί με πολύ λίγους φοιτητές, ειδικά εάν οι φοιτητές δεν είναι πολύ φιλόδοξοι ή αποτελούνται κυρίως από συνταξιούχους. Ομως, κατανοώ και τον λόγο που φιλόδοξοι νέοι Δανοί διστάζουν να εγγραφούν σε μια εκπαίδευση με εξειδίκευση σε μια χώρα που έχει τόσο κακή φήμη στα διεθνή ΜΜΕ όπως η Ελλάδα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν καλές προοπτικές για αποφοίτους του προγράμματος Νεοελληνικών Σπουδών.

Αυτό που χρειαζόταν, αντί να κλείσει το πρόγραμμα, ήταν μια προσπάθεια να διαφημιστούν σωστά οι σπουδές, μια ευκαιρία που δεν μας δόθηκε, ειδικά επειδή το πρόγραμμα για πέντε ολόκληρα χρόνια δεν είχε μόνιμο ερευνητικό προσωπικό με ευθύνη της μακροχρόνιας επιβίωσής του. Υπό το φως του οριστικού κλεισίματος, μετανιώνω που δεν είχαμε αναλάβει πρωτοβουλία για μια τέτοια διαφημιστική στρατηγική.
Αλλά δεν το κάναμε γιατί η διοίκηση μας καθησύχαζε πάντα ότι η οικονομία του προγράμματος ήταν ισορροπημένη, κάτι που όντως ήταν λόγω των πολλών χρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων από ερευνητικά ιδρύματα όπως η Carlsberg και το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών. Τώρα, δυστυχώς, είναι αργά για μετάνοια. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ελπίδα για συνέχεια των νεοελληνικών σπουδών στη Δανία έχει χαθεί.

Με παράδειγμα ερευνητικών και πολιτιστικών κέντρων ελληνικού πολιτισμού σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και στις ΗΠΑ, ξεκινάμε προσπάθειες για να ιδρυθεί ένα κέντρο ελληνικού πολιτισμού στη Δανία. Στόχος είναι το κέντρο να φιλοξενεί σεμινάρια, διαλέξεις, εκθέσεις και συναυλίες, ίσως και εκδόσεις, για το ευρύτερο κοινό προκειμένου οι πολίτες της Δανίας να γνωρίσουν καλύτερα Ελληνες καλλιτέχνες, στοχαστές και πολιτισμικά ρεύματα.

Σήμα κινδύνου

Μία πολύ σημαντική λειτουργία του κέντρου θα είναι να στεγάσει τη βιβλιοθήκη του προγράμματος Νεοελληνικών Σπουδών, που αποτελείται από περίπου 7.000 τόμους. Οι υπεύθυνοι της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης όπου στεγάζονται σήμερα τα βιβλία μάς ειδοποίησαν πως τα 3/4 των βιβλίων θα καταστραφούν για οικονομία χώρου. Αυτά τα βιβλία δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στη Δανία και τα περισσότερα ούτε στις υπόλοιπες σκανδιναβικές χώρες και γι’ αυτό είναι απαραίτητο να σωθεί αυτή η μοναδική συλλογή ελληνικής λογοτεχνίας και λογοτεχνικών μελετών, τα εγχειρίδια Ιστορίας, τέχνης, εθνολογίας κ.ά.

Η πραγματοποίηση του σχεδίου αυτού απαιτεί μεγάλες χορηγήσεις από κοινωφελή ιδρύματα με σκοπό τη διατήρηση και τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού. Επίσης απαιτεί, εξαρχής τουλάχιστον, τη σύνδεση με κάποιον πανεπιστημιακό ή άλλο επίσημο φορέα που να εγγυάται τη σοβαρότητα της επιχείρησης. Μπορεί η Ελλάδα και η Δανία να απέχουν αρκετά χιλιόμετρα γεωγραφικά, αλλά υπάρχουν πολλά σημεία στην ιστορία των δύο χωρών όσο και στη σύγχρονη εποχή που τις ενώνουν.

Η μακροχρόνια παράδοση των στενών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών θα πρέπει εύκολα να πείσει τόσο επίσημους φορείς όσο και ιδρύματα για την απαραίτητη συνέχεια των νεοελληνικών σπουδών όπως και για τη στέγαση και τη συντήρηση της συλλογής ελληνικών βιβλίων στη Δανία. (

TRINE  STAUNING WILLERT, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

Η λογοτεχνία στο περιθώριο της εκπαίδευσης



[…] Η Λογοτεχνία αποτελεί την ύψιστη καλλιτεχνική έκφραση του πολιτισμού ενός λαού καθώς απηχεί τα ήθη, τα βιώματα, την ποιότητα των συναισθημάτων και των σκέψεων του. Συνιστά ένα σπουδαίο κληροδότημα του πολιτισμού μιας δεδομένης περιόδου κι είναι ένας χώρος ατέρμονης έκφρασης και παραγωγής, που εξελίσσεται διαρκώς. Ανοίγει νέους ορίζοντες για τη θέαση του κόσμου, διότι μπορεί να μεταστοιχειώνει την πραγματικότητα σε ένα παιγνίδι υποβολής και επιβολής. Ακόμη κι αν προϋποθέτει ταλέντο -ακατέργαστο ή καλλιεργημένο, είναι ένας χώρος ανοιχτός και πρόσφορος για δημιουργία και πειραματισμούς, για έκφραση συναισθημάτων και παθών, καθώς και για γλωσσικά παιχνίδια. Ενδείκνυται για βαθιές αναζητήσεις και υπαρξιακές θεωρήσεις κι αποτελεί έναν χώρο με πολλά πρόσωπα. Διαρκώς σήμερα, ενισχύονται οι φωνές που θέτουν τη λογοτεχνία στο επίκεντρο κοινωνικών, πολιτικών και ηθικών ζητημάτων και προσδοκούν να δράσει προς την κατεύθυνση πρότασης λύσεων. Επιπλέον, επιζητείται ο λόγος της πεζογραφίας, με σκοπό να διασταυρωθεί με εκείνον της επιστήμης και της φιλοσοφίας, ώστε να προσδώσει ένα στίγμα αφενός στην πάλη των ιδεών κι αφετέρου στην διερεύνηση προτύπων ζωής και λήψης αποφάσεων. Η Nussbaum επικαλούμενη την ηθική φιλοσοφία του Αριστοτέλη, την «οδηγεί» σε διάλογο με τα έργα κυρίως του μυθιστοριογράφου Χένρυ Τζέιμς, με στόχο να υποστηρίξει τη θέση της πως η λογοτεχνία διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση της ηθικής. Κατά συνέπεια, συνεχίζει, είναι αναγκαίο να εξετάζεται όχι μόνο σε αισθητικό επίπεδο αλλά πολύ περισσότερο σε ιδεολογικό, συναισθηματικό, κοινωνικό και φιλοσοφικό, καθώς και γλωσσικό. Αν το κύριο ερώτημα είναι το αριστοτελικό «πώς πρέπει να ζούμε ώστε να φτάσουμε στην ευδαιμονία;», τότε η λογοτεχνία αποτελεί κι αυτή έναν τρόπο από τον οποίο μπορούμε να λάβουμε απαντήσεις ή να δώσουμε, αντίστοιχα λογικός με τη θετική επιστήμη και τη φιλοσοφία. Εύλογα, κάποιος θα διατύπωνε την άποψη πως η ίδια η φιλοσοφία με τον κυριολεκτικό και μονόσημο λόγο της αρκεί για τη διερεύνηση τέτοιων ζητημάτων, ωστόσο κατά τη Nussbaum αυτή δεν είναι αρκετή. Με λίγα λόγια, ο επιστημονικός λόγος σαφώς και είναι σε θέση να μελετήσει τα ηθικά φαινόμενα, παρόλα αυτά όμως, το πολυσήμαντο μυθιστόρημα δύναται να τα αναπαραστήσει με ενάργεια και μέσα σε αυτό ο αναγνώστης να κατορθώσει να αντικρίσει έμπρακτες αντιδράσεις στα ηθικά ζητήματα από μέρους των χαρακτήρων. Έτσι, αντιλαμβάνεται κανείς πως η λογοτεχνία εγείρει υποθετικά σενάρια τα οποία αναδεικνύουν διλήμματα όπου τα μυθιστορηματικά πρόσωπα καλούνται να λάβουν θέση, να επιλέξουν, να δράσουν, να στραφούν προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση και με τον τρόπο αυτό να αποδείξουν με παραστατικότητα τις θετικές ή αρνητικές συνέπειες των επιλογών τους. Μέσα από αυτά τα αναπαριστώμενα γεγονότα, είναι δυνατό ο καθένας να οδηγηθεί σε καθολικά προβλήματα και παράλληλα να αναλογιστεί τη δική του θέση σε ανάλογα διλήμματα.  […] (απόσπασμα από κείμενο του φιλόλογου Γιάννη Μπαξεβάνου, που δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ)

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος «ανεβαίνει» στην Ελευσίνα



Το «επεισόδιο» των Πλαταιών ήταν η αφορμή που οδήγησε στην κήρυξη των εχθροπραξιών του Πελοποννησιακού Πολέμου και οδήγησε στην καταστροφική σύγκρουση της Αθήνας και της Σπάρτης, όπως την κατέγραψε ο αρχαίος ιστοριογράφος Θουκυδίδης. Από τα οχτώ βιβλία του ιστορικού έπους, ο Γιάννης Λιγνάδης επέλεξε γεγονότα από τα πρώτα πέντε για να δημιουργήσει από τα θραύσματά τους το θεατρικό κείμενο της παράστασης «Θουκυδίδης Δραματικός. Πόλεμος βίας διδάσκαλος. Τα περί Πλαταιών και άλλα δεινά» που θα παρουσιαστεί στο Φεστιβάλ των Αισχυλείων από τους σπουδαστές δραματικών σχολών και κλασικών σπουδών από την Ελλάδα, την Τουρκία και τις ΗΠΑ.
Το θεατρικό δρώμενο, διάρκειας 80 λεπτών, είναι καρπός του 15νθήμερου θερινού εκπαιδευτικού εργαστηρίου που διοργάνωσε το Hellenic Education & Research Center (με την υποστήριξη του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος») με επισκέψεις σε αρχαιολογικούς χώρους, μαθήματα με επίκεντρο την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου και φυσικά πρόβες. «Πρόκειται για μια παρουσίαση, μια προσέγγιση της αφήγησης του Θουκυδίδη με απλά θεατρικά εργαλεία. Εχουν κρατηθεί οι γραμμές που μας ενώνουν με το παρελθόν και προσπαθήσαμε να βρούμε συνδετικούς κρίκους με τη σύγχρονη εποχή», υπογραμμίζει ο σκηνοθέτης Γιάννης Παναγόπουλος, οριοθετώντας τη θεατρική πράξη, ο οποίος συν-σκηνοθετεί μαζί με τον Δημήτρη Λιγνάδη.

Ο πόλεμος στη σκηνή
Τα δραματοποιημένα αποσπάσματα που διερευνούν το «πολεμικό δράμα» από καλλιτεχνική άποψη και ως πολεμικά γεγονότα εκκινούν χρονολογικά από τα «Πλαταιικά» και καταλήγουν στην καταστροφή της Μήλου (416 π.Χ.), ενώ περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα «Κερκυραϊκά» (που θεωρείται η πρώτη αφορμή του πολέμου από ορισμένους αναλυτές), ο Επιτάφιος του Περικλή, η δημηγορία του Αρχίδαμου, ο Λοιμός της Αθήνας και οι κρίσεις του Θουκυδίδη πάνω στο θέμα του πολέμου. Οπως μας εξηγεί ο Γιάννης Λιγνάδης, που ανέλαβε τη δραματουργική επεξεργασία του κειμένου, τα τελικά αποσπάσματα προσδίδουν μια θεατρική μορφή στο έργο χωρίς να προδίδεται η αφηγηματική τεχνική του αρχαίου ιστορικού. «Επειδή το έργο του Θουκυδίδη είναι καθαρά επιστημονικό χρειαζόμασταν να αναδείξουμε τα κρυμμένα συναισθήματα και γι’ αυτό χρησιμοποιούμε γνωστά ακούσματα και ποιήματα του Σαχτούρη, του Ελύτη, του Γκάτσου», τονίζει ο κ. Λιγνάδης. Στην παρουσίαση του έργου συμμετέχουν συνολικά 26 άτομα και η γλώσσα της παράστασης θα είναι ελληνικά και αγγλικά.
​​«Θουκυδίδης Δραματικός», Φεστιβάλ Αισχυλείων, Παλαιό Ελαιουργείο Ελευσίνας, 12/8, 8.30 μ.μ., είσοδος ελεύθερη. (από τον ηλεκτρονικό τύπο)